Noizy.gr – album review

Ξεσκονίζω το αρχείο μου. Κοιτάζω την παρουσίαση του “Time To Believe”. Κάπου υπάρχει μια φρασούλα. «Πώς είπατε; Αν υπάρχουν ατέλειες και αν η παραγωγή θα μπορούσε να είναι καλύτερη και λοιπά χαζά; Αυτά τα ξέρει το συγκρότημα, αυτά τα έχει πάρει χαμπάρι πρώτο απ’ όλους αυτό και αυτό ξέρει πως θα κινηθεί στον επόμενο δίσκο».
   Όταν πήγα στην προ-ακρόαση του δίσκου, ήμουν σίγουρος ότι η μπάντα θα μας σερβίριζε κάτι ξεχωριστό. Σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες, σε κουβέντες με τα ίδια τα μέλη, παρατηρούσα ότι υπήρχε μια μοναδική σύμπνοια και ένας, συγκρατημένος μεν, πολύς δε, ενθουσιασμός. Το συγκρότημα έχει αποφασίσει να κυκλοφορήσει μία τριλογία. Το πρώτο μέρος της είναι τούτο εδώ. Η ιστορία ενός ανθρώπου, που φεύγει από τη ζωή πολύ νωρίς και μάλιστα χωρίς να φταίει. Και ενώ περιμένει να δει πώς είναι «απέναντι», διαπιστώνει πως έχει παρέα. Τη χειρότερη δυνατή. Δαίμονες, αρχέτυπες εκδόσεις του αιώνιου κακού, του στερούν την είσοδο στην άλλη πλευρά και τη ζωή μετά. Ο ήρωας της ιστορίας μας μάχεται. Έχει χάσει τα πάντα, όλα όσα έχει δημιουργήσει ή αγαπήσει. Μόνο η ψυχή του έχει μείνει. Κι αυτή δεν προτίθεται να τη χάσει.

Η παραγωγή φέρει την προσωπική σφραγίδα του Διονύση Χριστοδουλάτου. Όντας εξαιρετικός μουσικός ο ίδιος, έχει βοηθήσει με τον καλύτερο τρόπο ώστε το όραμα των παιδιών να αποδοθεί με τον πλέον δυναμικό τρόπο. Το επαγγελματικό παίξιμο των Lightfold δεσπόζει, με καταπληκτικά πλήκτρα, απίστευτα δυναμικά τύμπανα και κιθάρες που οδηγούν παντοιοτρόπως. Οι ενορχηστρώσεις είναι γεμάτες, πληθωρικές, μπαρόκ. Οι ιστορίες που μας αφηγούνται καλύπτονται από ένα μανδύα Μέταλ πώρωσης, Progressive πατημάτων και tutti που δείχνουν μελέτη, επιμονή, μουσική ευφυία και πολύ ψάξιμο.
   Το “Save Me” ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς. Riff που εκρήγνυνται, εκκωφαντικά σόλο, πολύ επιλεγμένες δίκασες και δεύτερα φωνητικά που καθηλώνουν. Σε σημεία θα έλεγες πως πρόκειται για Ροκ όπερα! Ναι, τόσο καλό είναι! Ο νεοφερμένος στη μπάντα τραγουδιστής, Martin, αποδίδει με την καρδιά, προσφέροντας μια ενδιαφέρουσα χροιά και καλλιεργώντας το μύθο παρέα με τους μουσικούς συντρόφους του. Είναι ωραία η ιδέα των παιδιών να μην αποκαλύπτουν την ταυτότητα του τραγουδιστή τους, μοτίβα τύπου KISS ή Crimson Glory δεν είναι καθόλου κακό να μην επαναλαμβάνονται. Προσυπογράφω λοιπόν και πάω παρακάτω. Το “The Veil” κινείται στην ίδια μουσική κατεύθυνση και με την αυτή αγωγή, διαθέτοντας άψογα δομημένα θέματα και σόλο και αυτή τη φορά δεν μπορώ να μην δηλώσω ότι τα γυναικεία φωνητικά στο βάθος είναι ερωτεύσιμα. Παρατηρώ πως η Μαργαρίτα Παπαδημητρίου έχει βάλει κι εδώ το μαγικό χεράκι της. Με την ευκαιρία, να γράψω εδώ και για τους υπόλοιπους καλεσμένους των Lightfold. O Σάββας Μπετίνης, mastermind των Acid Death και ο εκπληκτικός τραγουδιστής Νίκος Ρουσσάκης έχουν συμμετάσχει, βάζοντας και αυτοί κάτι από τη γνώση τους και την ψυχή τους στο χτίσιμο του οικοδομήματος των Θανατοπεριπατητών.
   Το “Deathwalkers (Julia)” είναι σκοτεινό, με μουντά θέματα στην αρχή, ακουστικά, για να οδηγηθεί στη συνέχεια σε ένα Μέταλ ξέσπασμα. Θα πρέπει εδώ να εξάρω τα σόλο, είναι τουλάχιστον εμπνευσμένα, ενώ θεωρώ ότι πρόκειται για κατά βάση θεματικά σόλο, κάτι που με ενθουσιάζει ακόμα περισσότερο. Ακολουθεί το πρώτο (ναι, έπονται κι άλλα) βίντεο του δίσκου, το “The Collector”. Συμφωνικό στην εισαγωγή, με άψογες γυναικείες haunting φωνές και Prog υπόβαθρο, το κομμάτι δείχνει όλη τη λάμψη του, συνεπικουρούμενο από ένα τρεχάτο ρεφρέν.

Το Prog καλά κρατεί και στο “Beyond The Unknown”, με τα αιγυπτιακά θέματα και το έξοχο λυρικό ρεφρέν. Τα tutti που περνάνε κατά διαστήματα είναι κουφέτο και κάπου εκεί διαπιστώνεις πως το προοδευτικό μπορεί να είναι απόλυτα φιλικό στο αυτί, αρκεί ο τρόπος σερβιρίσματος να είναι ο κατάλληλος. Για να έλθει το “Angel Of The Earth”, με τη μπαλαντοειδή έναρξη και την απαραίτητη – για την περίπτωση – περίπλεξη ανδρικών και γυναικείων φωνητικών. Στη συνέχεια το κομμάτι αγριεύει, γκαζώνει, γίνεται… Δεν γίνεται τίποτα! Σπάει σε μια ακουστική γέφυρα, για να ξαναγίνει mid tempo. Ακόμα ένα πολύ ενδιαφέρον κιθαριστικό μας περιμένει στο “She Has To Know”. Τα πλήκτρα τονίζουν θεματικά γύρω από ένα riff που στροβιλίζεται, για να ακολουθήσει ένα κιθαροκάθαρο κουπλέ, με Prog απολήξεις.
   “Demon Upon Me” και εδώ το πλητρολογημένο landscape είναι ονειρικό. Τσαμπουκαλεμένα tutti και πανικός σε 8/8 και τρέξιμο. Τα τύμπανα τονίζουν με ιδανικό τρόπο τα riff και το ρεφρέν ακούγεται ανίερο, άρρωστο και εντελώς Μέταλ. Το “Deception” παραπέμπει σε μοτίβα τύπου Ryche και τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Όσον αφορά την εισαγωγή. Γιατί στο κουπλέ ξαμολιούνται οι δίκασες και ανοίγει το πλάνο, δείχνοντας μερικά ακόμα ξεχωριστά riff. Στο “The Battle” πέφτει ξύλο! Ξεκίνημα με όλα ισχυρά στο ταμπούρο και κιθαριστικά για ξεχαρβάλωμα σβέρκου, με τη συνοδεία πλήκτρων που δημιουργούν ένα ολόκληρο περιβάλλον γύρω από τις φωνές και τις μελωδίες. Ένα χορταστικό άλμπουμ, το οποίο δεν θα αφήσει κανέναν φίλο της μελωδίας παραπονεμένο. Πολλά μπράβο στους Lightfold για την έξοχη δουλειά! Καλοτάξιδο, κύριοι!
Κώστας Κούλης

Link:
https://www.noizy.gr/music/artists-albums/L/780-lightfold/1253-deathwalkers

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s